Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Συμπληρώνονται σήμερα 200 χρόνια ἀπό τήν Ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας προετοίμασε πνευματικά τήν Ἐθνική μας Παλιγγενεσία στηρίζοντάς την ἐπί τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.

Σύμφωνα μέ τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ πρός τήν Παναγία μας, ἑορτάζουμε τόν ἐρχομό τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου»,  ὅπως ὁμολογοῦμε καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως.  Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἔρχεται δυναμικά στόν κόσμο γιά νά καταργήσει τήν δύναμη τῆς ἁμαρτίας καί τήν ἰσχύ τοῦ θανάτου καί νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στήν ἐλευθερία καί τή σωτηρία του. Μέ τήν δύναμη τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου τώρα ὁ ἄνθρωπος καί μέ τήν Χάρη, πού λαμβάνει ἀπό αὐτόν μέσα ἀπό τόν πνευματικό του ἀγῶνα, ἐλευθερώνεται ἀπό τόν διάβολο καί τά πάθη του. Ἔχοντας βιώσει στή συνέχεια τήν ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἁπλόχερα παρέχεται μέσα ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μπορεῖ νά ἀγωνισθεῖ γιά νά ἀποτινάξει κάθε ζυγό ἀπό τον τράχηλό του. Ἐκεῖνος δηλαδή πού ζεῖ τήν ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ, βρίσκει τό σθένος νά ἀγωνισθεῖ γιά τήν ἀνεξαρτησία του ἀπό τήν ὁποιαδήποτε σκλαβιά.

Σέ αὐτό τό πνευματικό ὑπόβαθρο στηρίχθηκε ὁ ξεσηκωμός τοῦ 1821. Γιά τόν λόγο αὐτό καί ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση ὁρίσθηκε νά λάβῃ ἀρχή ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, στίς 25 Μαρτίου τοῦ 1821! Μέ ἀφετηρία τήν παλιγγενεσία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπό τόν Χριστό, φθάσαμε στήν ἐθνική μας παλλιγενεσία.

Οἱ Πατέρες μας ἀγωνίσθηκαν μέ σθένος κι ὁ Θεός περιέβαλε μέ τήν χάρη Του τόν ἀγῶνα τους. Καί τοῦτο διότι οἱ Ἐπαναστατημένοι Ἕλληνες πρόγονοί μας διακρίνονταν ἀφ’ἑνός μέν γιά τήν πίστη στόν Χριστό καί τήν ἀφοσίωσή τους στήν Ἐκκλησία καί ἀφ’ἑτέρου γιά τήν ἀγάπη τους πρός τήν Πατρίδα, πού ἔφθανε μέχρι θυσίας. Γιά νά τό διαπιστώσουμε αὐτό, ἀρκεῖ νά ἐξετάσουμε τίς Σημαῖες τοῦ ἀγῶνος, οἱ ὁποῖες καθ’ ὅλη τήν Ἑλληνική Ἐπικράτεια, εἶχαν πάντοτε εὐδιάκριτο τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, μέ ἄλλα χριστιανικά σύμβολα καί τίς λέξεις ἤ τά ἀρχικά τῶν λέξεων: ἤ ἐλευθερία ἤ θάνατος. Εἶναι κρίμα πραγματικά, πού λείπει τό ἱερό σύμβολο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀπό τό σῆμα, πού δημιουργήθηκε γιά τούς ἑορτασμούς τῶν 200 ἐτῶν ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Τί θά εἶχαν νά ἀπαντήσουν ἄραγε οἱ ὑπεύθυνοι στόν στρατηγό Μακρυγιάννη, πού τονίζει μέ ἔμφαση στά ἀπομνημονεύματά του: «Ἐμεῖς μέ σκιάν μας τόν Τίμιον Σταυρόν ἐπολεμήσαμεν ὁλοῦθε… Καί αὐτός ὁ Σταυρός μᾶς ἔσωσε.» Ἐνῶ ὁ ναύχρχος Ἀνδρέας Μιαούλης πρίν τίς ναυμαχίες του εὐχόταν λέγοντας: «Ἐλπίζω μέ τήν βοήθειαν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί τῶν θεοπειθῶν τῆς Πατρίδος εὐχῶν σύντομα νά σᾶς χαροποιήσω»

Ἴσως δέν γνωρίζουμε καί γι’ αὐτό πρέπει νά μάθουμε, πώς ἡ πρώτη Ἑλληνική Σημαία, ἡ ὁποία εἶχε τόν λευκό σταυρό ἐπάνω σέ γαλανό ὕφασμα, ἐξυφάνθηκε  τό 1816 ἀπό τούς Κολλυβᾶδες Πατέρες, πού ξεκίνησαν ἀπό τήν Ἱ. Μ. Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Λευκάδας Ἰκαρίας καί κατέληξαν στήν Σκιάθο.

Ἀξίζει νά σημειώσουμε πώς αὐτοί οἱ Πατέρες τῆς φιλοκαλικῆς Ἀναγέννησης τοῦ 18ου αἰῶνος, πού ὀνομάσθηκαν καί Κολλυβᾶδες σήκωσαν τό βάρος τῆς πνευματικῆς καί ἐθνικῆς ἀφύπνισης τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μέ κόπους καί θυσίες, ὡς Λειτουργοί καί Ἐξομολόγοι, ἀγωνίσθηκαν, ὥστε τό ὑπόδουλο Γένος μας συγκροτήσει ἐκ νέου τήν πνευματική του ζωή, μέ τή συχνή θεία Μετάληψη, τόν ἀπαραίτητο Ἐκκλησιασμό τήν Κυριακή, ὡς κατ’ ἐξοχήν ἡμέρας θείας Κοινωνίας καί τήν συνεχῆ καί ἀδιάλειπτη προσευχή.

Οἱ σκλαβωμένοι Ἕλληνες ἀνταποκρίθηκαν στήν κλήση τῆς Μητέρας Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Καταλάβαιναν, πώς μόνο ἡ Ἐκκλησία τούς ἀγαπᾶ, γιατί ζῶντας μέσα στήν Ἐκκλησία γιά 400 χρόνια διαφύλαξαν μαζί μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστη τους καί τήν Ἑλληνική τους ταυτότητα. Ἔτσι ἄρχισαν νά προσεύχωνται ἐντονώτερα, νά ἐκκλησιάζωνται περισσότερο, νά νηστεύουν ἀνυπερθέτως τίς Τετάρτες, τίς Παρασκευές καί τίς Σαρακοστές. Ταυτόχρονα ἐξομολογούνταν καί κοινωνούσαν τακτικά. Μέ ὅλα αὐτά διατήρησαν τήν ἰδιοπροσωπεία καί τόν πολιτισμό τους καί διακρίνονταν εὐχερῶς ἀπό τούς μουσουλμάνους Τούρκους. Ἔζησαν τήν ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί ἔμαθαν πλέον, πώς μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ μποροῦν νά σταθοῦν ἔναντι ὅποιου τούς ἐχθρεύεται ἤ ἐπιβουλεύεται τήν ἐλευθερία τους καί πάντοτε νά νικοῦν, ὡς ὁ Δαβίδ τόν Γολιάθ κι ὡς ὁ Νέστορας τόν Λυαῖο!

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας μέ τή ζωή καί τή διδασκαλία της στήριξε πνευματικά τήν ἐξέγερση καί προετοίμασε μυστικά καί ἐκ Θεοῦ τήν πορεία τῆς ἐθνικῆς μας παλιγγενεσίας. Σημαντική ἀπόδειξη γι’ αὐτό, εἶναι οἱ Νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι μέ τή θυσία τους ἀναχαίτισαν τόν ἐθνικό καί θρησκευτικό ἀποχρωματισμό, πού ἐπιχειροῦσε ὁ Τοῦρκος δυνάστης μέ τόν ἐξισλαμισμό καί τό φρικτό παιδομάζωμα. Τοῦτο φανερώνει τήν ταύτιση Ἕλληνα καί Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ὅπως λέει καί ἡ δημοτική μοῦσα: «γίνεσαι Τοῦρκος διάκο μου, τήν πίστη σου ν’ἀλλάξεις;»

Ἄν κάποιος ἀμφιβάλλει γι’ αὐτόν τόν συλλογισμό, ἄς διαβάσει τά ἀπομνημονεύματα τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ 1821, ὅπως τοῦ Μακρυγιάννη, τοῦ Κολοκοτρώνη ἤ τοῦ Φωτάκου, πού ἦταν ὑπασπιστής τοῦ Κολοκοτρώνη. Ἐκεῖνος ὁμιλεῖ γιά τά κρυφά σχολειά, τά ὁποῖα ἀποσιωποῦν πολλοί σύγχρονοι ἱστορικοί καί λέει: «μόνοι των οἱ Ἕλληνες ἐφρόντιζον διά τήν παιδείαν ἡ ὁποία ἐσυνίστατο εἰς τό νά μανθάνουν τά κοινά γράμματα καί ὀλίγην ἀριθμητικήν ἀκανόνιστον. ἐν ἐλλείψει δέ διδασκάλου ὁ ἱερεύς ἐφρόντιζε περί τούτου. Ὅλα αὐτά ἐγίνοντο ἐν τῷ σκότει καί προφυλακτά ἀπό τούς Τούρκους»!!! Οἱ Ἱερεῖς μας δηλαδή, ὄχι μόνο προσέρχονταν στόν ἀγῶνα ὁλόθυμα, ἀλλά ἐπιπλέον δίδασκαν τήν πίστη καί διέσωζαν τήν ἑλληνική γλῶσσα καί τόν πολιτισμό μας, ὅπως ἀναφέρουν ἐπίσης καί ξένοι περιηγητές, πού δέν ἦταν Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὅπως ὁ Γάλλος Πουκεβίλ.

Κι ἄν δέν καλυφθεῖ ἀπό ὅλα αὐτά, τότε ἄς στρέψει τήν ματιά του στήν κλειστή πόρτα τοῦ Πατριαρχείου, πού σφραγίσθηκε στίς 10 Ἀπριλίου 1821, τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα μέ τόν  ἀπαγχονισμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄. Ὁ μεγάλος αὐτός Ἐθνο-ἱερομάρτυρας, θεωρήθηκε ἀπό τούς Τούρκους ὁ κύριος ἠθικός αὐτουργός τοῦ ξεσηκωμοῦ τῶν Ἑλλήνων μαζί μέ τήν στρατιά τῶν περίπου 10.000 καταγεγραμμένων Κληρικῶν καί Μοναχῶν, πού θυσιάσθηκαν γιά τήν πατρίδα μας. Ἀριθμός πού συμπληρώνεται ἀπό τίς ἑκατοντάδες Κληρικῶν καί Μοναχῶν, πού θυσιάστηκαν στούς Μακεδονικούς ἀγῶνες, τήν γενοκτονία τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ ἤ τήν Μικρασιατική Καταστροφή μέ τόν ξεριζωμό τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπό τό πανάρχαιο λίκνο του κι ἀπό ἐκείνους ἀκόμη, πού συμμετέσχον στήν ἐποποιϊα του 1940 ὑπογράφοντας μέ τό αἷμα τους «τοῦ Χριστοῦ τήν πίστιν τήν Ἁγίαν καί τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερίαν»

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ὁ Ὀρθόδοξος Κλῆρος δεν μπορεῖ νά μή συμμετάσχει στούς ἐθνικούς-ἀπελευθερωτικούς μας ἀγῶνες, διότι το ἔργο του και στήν περίοδο της εἰρήνης εἶναι ἀπελευθερωτικό. Ὁ Ἐπίσκοπος καί μετά ἀπό αὐτόν οἱ Ἱερεῖς οἰκονομοῦν τήν Χάρη του Θεοῦ γιά νά ἐλευθερώνονται οἱ ἀνθρώπινες ψυχές ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου. Ὁ μακαριστός πλέον π. Γεώργιος Μεταλληνός ἔλεγε πώς: «ἡ σημαντικότερη προσφορά τοῦ ἱεροῦ Κλήρου στο Ἔθνος μας δεν εἶναι τόσο ἡ ἀναμφισβήτιτη συμμετοχή του στις ἔνοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, ὅσο ἡ συμβολή του στη συντήρηση του ἑλληνορθοδόξου φρονήματος τοῦ Γένους και τή διατήρηση τῆς ἀγάπης του γιά την ἐλευθερία, πού μᾶς δώρισε ὁ Θεός.» Ἀμήν.

 

Μέ πολλές εὐχές καί ἀγάπη Χριστοῦ

  

† Ὁ Σάμου καί Ἰκαρίας Εὐσέβιος