Από το 2016 η «Λαϊκή Συσπείρωση» έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για την πλήρη έλλειψη αντισεισμικής θωράκισης του νησιού

 

Προδιαγεγραμμένο έγκλημα αποδεικνύεται η τραγωδία που εκτυλίσσεται στη Σάμο μετά το σεισμό των 6,7 Ρίχτερ με τους δύο νεκρούς, με εκατοντάδες οικογένειες να μένουν στο δρόμο και δημόσια κτίρια να είναι υπό κατεδάφιση.

 

Οι αρμόδιοι φορείς εδώ και χρόνια γνώριζαν την κατάσταση. Η «Λαϊκή Συσπείρωση», ο συνδυασμός τον οποίο στηρίζει το ΚΚΕ, κατ’ επανάληψη, και το 2016 και το 2017 με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, και ειδικά μετά το σεισμό στη Λέσβο, με έγγραφά της και Ερωτήσεις προς το δήμο Σάμου, με δημοτική αρχή της ΝΔ, είχε αναδείξει την άμεση και επιτακτική ανάγκη για την εδώ και τώρα αντισεισμική θωράκιση του νησιού, για ελέγχους στις δομές του νησιού (σχολεία, νοσοκομεία, άλλα δημόσια κτίρια, λιμάνια κ.ο.κ.), ενώ ζητούσε ενημέρωση για το αν έχει εκπονηθεί σχέδιο από την Πολιτική Προστασία στην περίπτωση που χτυπήσει ο Εγκέλαδος, για την προστασία του πληθυσμού τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά το σεισμό.

Με άλλη Ερώτησή της, από το 2016, έθετε θέμα για άμεσες παρεμβάσεις στα ερειπωμένα κτίρια που υπάρχουν σε όλες τις περιοχές του νησιού (είτε γκρέμισμα είτε επισκευή και συντήρηση) και ένα από αυτά έγινε η αιτία να βρουν άδικο θάνατο τα δύο παιδιά, όταν έπεσε τοίχος και τα καταπλάκωσε.

Ωστόσο, οι απαντήσεις που δόθηκαν τότε από το δήμο αναδεικνύουν τις διαχρονικές ευθύνες των κυβερνήσεων, δημοτικών και περιφερειακών αρχών εκλεγμένων με τα ψηφοδέλτια των αστικών κομμάτων, συνολικά του κράτους τους, που δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν ούτε δεκάρα για έργα που αφορούν την ίδια τη ζωή των εργατικών – λαϊκών οικογενειών και των παιδιών τους, καθώς αυτά δεν προσφέρουν το προσδοκώμενο ποσοστό κέρδους που θέλουν οι επιχειρηματικοί όμιλοι. Αλλωστε, επειδή ακριβώς τα έργα αυτά είναι «ασύμφορα» για το κεφάλαιο, δεν χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και χαρακτηρίζονται «μη επιλέξιμα».

Δεν έδωσαν προτεραιότητα στην αντισεισμική προστασία!

Πιο συγκεκριμένα:

Στις 27/3/2016 η «Λαϊκή Συσπείρωση» κατέθεσε Ερώτηση στη δημοτική αρχή του δήμου Σάμου με τίτλο «Αντισεισμική προστασία» και ζητούσε να δοθούν «σαφείς απαντήσεις για τον αντισεισμικό έλεγχο σε σχολεία και άλλα δημόσια κτίρια, καθώς και για το μηχανισμό και τα μέσα που διαθέτει ο δήμος για να παρέμβει σε περίπτωση σεισμού».

Οπως αναφερόταν στην Ερώτηση, «σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, στην οποία γίνεται ένας αρκετά ισχυρός σεισμός κάθε ενάμιση χρόνο, ενώ εκλύεται το 50% της σεισμικής ενέργειας της Ευρώπης, το να γίνει ένας μεγάλος σεισμός είναι κάτι απολύτως αναμενόμενο. Οσα έγιναν στη Λέσβο πριν από μερικές βδομάδες, όσα έγιναν στην Κω πριν από λίγες μέρες, όσα – μοιραία – ενδέχεται να γίνουν σε κάποια άλλη περιοχή της χώρας στο μέλλον, φέρνουν και πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα της αντισεισμικής προστασίας και θωράκισης». Τόνιζε ότι «αποτελεί κυριολεκτικά έγκλημα η μη θωράκιση του λαού από τα φυσικά φαινόμενα, εν προκειμένω τους σεισμούς, ένα έγκλημα που συντελείται διαχρονικά από την πολιτική εξουσία που υπηρετεί την ανάπτυξη για λογαριασμό των μονοπωλίων, σε βάρος των έργων για την ικανοποίηση λαϊκών αναγκών».

Δείχνοντας ότι τα έργα αντισεισμικής θωράκισης δεν είναι στην προτεραιότητα κυβερνήσεων – ΕΕ, επειδή δεν εξασφαλίζουν κέρδη για τους ομίλους, τόνιζε πως «ανθρώπινες ζωές, σπίτια, χώροι συνάθροισης της νεολαίας είναι στο έλεος του Εγκέλαδου». Και έφερνε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι «στο κατ’ ευφημισμόν “Ειδικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα” η Περιφέρεια Β. Αιγαίου ούτε που σκέφτηκε να δώσει κάποια προτεραιότητα σ’ αυτόν τον τομέα, ενώ πρότασή μας, να είναι ένας από τους βασικούς άξονες του δήμου, απορρίφθηκε από τη δημοτική αρχή».

Τόνιζε ακόμα ότι «δεν είναι μόνο τα έργα που δεν γίνονται, είναι και η μη τήρηση βασικών κανόνων, βλέπε κακοτεχνίες ή χτίσιμο πάνω σε μπαζώματα, που επίσης στοιχίζουν».

Τα ερωτήματα που έθετε, ζητώντας σαφείς απαντήσεις, ήταν:

«Εχει γίνει – ολοκληρωθεί ο αντισεισμικός έλεγχος σε σχολεία, παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς; Ποια είναι τα ευρήματα εκεί που έχει γίνει;

Ποια μέτρα πήρε η δημοτική αρχή και ποιες ενέργειες έκανε για την αντισεισμική θωράκισή τους;

Στα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και στα ξενοδοχεία του νησιού, όπου κατά κανόνα φιλοξενούνται καθημερινά εκατοντάδες άνθρωποι, έχουν γίνει στατικές μελέτες και αντισεισμικός έλεγχος;

Για τα λιμάνια του νησιού, όπου – ας σημειωθεί – έχουν δαπανηθεί και δαπανώνται εκατομμύρια ευρώ, υπάρχουν εγγυήσεις για την αντισεισμικότητά τους;

Ποια είναι η δομή και η διάρθρωση του μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας του δήμου και ποιος ο προϋπολογισμός της συγκεκριμένης υπηρεσίας;

Υπάρχει και ποιο είναι στα βασικά του σημεία το σχέδιο της Πολιτικής Προστασίας σε περίπτωση σεισμού;

Υπάρχουν ασφαλείς χώροι συγκέντρωσης, με ηλεκτρικό, νερό, αποχέτευση κ.λπ.;

Υπάρχουν αποθέματα σε σκηνές, υγειονομικό υλικό είδη κατασκήνωσης και τροφοδοσίας;».

Το αν υλοποιήθηκαν αυτά που αναφέρονται στην Ερώτηση το έδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο η πραγματικότητα.

Αντίστοιχα ερωτήματα είχαν τεθεί προς τη δημοτική αρχή και στις 28/7/2017.

Η απάντηση που δόθηκε από το δήμο ήταν η εξής: «Οι Τεχνικές Υπηρεσίες του δήμου Σάμου (…) κάθε καλοκαίρι υπάλληλοί της μηχανικοί πραγματοποιούν συχνές αυτοψίες στα σχολικά κτίρια, κτίρια παιδικών – βρεφικών σταθμών κυρίως μετά από συνεννόηση με το διδακτικό προσωπικό. Στην περίπτωση που γίνει αντιληπτό κάτι, άμεσα κινητοποιείται η διαδικασία ελέγχου και αποκατάστασης της βλάβης. Γενικώς υπάρχει μία πολύ καλή εποπτεία και παρακολούθηση των σχολικών μονάδων και άμεση αντιμετώπιση των τυχόν βλαβών. Τα σχολικά κτίρια είναι σε άμεση προτεραιότητα και γίνεται ό,τι είναι εφικτό για να είναι σε όσο το δυνατό πιο καλή και ασφαλή κατάσταση».

Να σημειωθεί ότι 11 σχολεία του νησιού έχουν υποστεί σοβαρότατες ζημιές από το σεισμό, καθώς τα περισσότερα από αυτά είναι κτίσματα παλιά και ουδέποτε έγινε επισκευή τέτοια ώστε να προσαρμοστούν στους νέους αντισεισμικούς κανονισμούς.

Η μέριμνα για τα ερειπωμένα κτίσματα κοστίζει…

Από τις 23/6/2016 η «Λαϊκή Συσπείρωση» ανέδειξε πόσο επιτακτικό για την προστασία της ανθρώπινης ζωής ήταν να τακτοποιηθεί η υπόθεση με τα ερείπια. Στις 12/7/2017 η δημοτική αρχή με γραπτή απάντησή της επιβεβαιώνει ότι τα ερειπωμένα κτίρια αφορούν το σύνολο του νησιού και αναφέρει ότι είναι ένα πρόβλημα «που όντως βρίσκεται στην αδυναμία εξεύρεσης πόρων προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαιτούμενες παρεμβάσεις, παρόλο που και παλιότερα ο δήμος με αιτήματά του απευθύνθηκε σε διάφορους φορείς προκειμένου να επιτύχει την εξεύρεση χρηματοδότησης».

Σημειώνεται ακόμα ότι καταγραφή των κτιρίων έχει γίνει, «όμως επειδή τα περισσότερα από τα κτίσματα αυτά είναι πλέον αγνώστων ιδιοκτητών, δεν υπάρχει η δυνατότητα είσπραξης από το δήμο των εξόδων κατεδάφισης, όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία». Προσθέτει η δημοτική αρχή ότι «τα έξοδα κατεδάφισης ενός κτίσματος σε παλιούς οικισμούς, όπως στο Βαθύ, δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα, καθώς για τη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν υπάρχει η δυνατότητα χρήσης μηχανικών μέσων για την κατεδάφιση, οχημάτων μεταφοράς των προϊόντων κατεδάφισης, αλλά, το κυριότερο, μιας και τα περισσότερα έχουν μεσοτοιχίες με ένα ή περισσότερα κτίσματα, απαιτείται σύμφωνα με τη νομοθεσία η λήψη μέτρων προστασίας των κτιρίων αυτών, γεγονός που εκτοξεύει το κόστος σε μεγάλο βαθμό».

Ανέφερε επίσης τις προσπάθειες που κατέβαλλε για την εξεύρεση χρηματοδότησης «τουλάχιστον για να αντιμετωπιστούν τα άκρως επικίνδυνα κτίσματα που βρίσκονται στα κεντρικότερα σημεία και εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των κατοίκων», όπως όμως έδειξε ο θάνατος των παιδιών, προφανώς δεν βρέθηκε χρηματοδότηση…