(γράφει η δημοσιογράφος Μαργαρίτα Ικαρίου)

Δε θέλω πια να με φορούν. Αφήστε με ήσυχη, σας λέω! Εκεί, μέσα στο αποστειρωμένο σακκουλάκι μου να φωλιάζω. Να μην ακούω, να μη βλέπω, να μην παίρνω το σχήμα του προσώπου σας. Να μη μ’ αγγίζουν βρώμικα χέρια, να μην ξεφυσούν πάνω μου οι κορωνοϊοί και οι μεταλλάξεις. Να μην αφήνουν τα αποτυπώματά τους βαμμένα κόκκινα χείλη που κάποτε χαμογελούσαν, φιλούσαν, τραγουδούσαν μα σήμερα σιωπούν και σφίγγονται σε μια πεισματική γραμμή. Να μην ακουμπώ σε μουστάκια και γένια, να μην αφήνουν τις ανάσες απόγνωσής τους οι ηλικιωμένοι και μυρωδάτα όνειρα, τα μικρά παιδιά.

Αφήστε με στο σακκουλάκι μου και στο σκοτεινό ντουλάπι του φαρμακείου, μαζί με άλλες εκατοντάδες φίλες μου. Παραδίπλα οι στύλοι, άτεγκτοι και σκληροί, με την αλαζονεία εκείνου που μπορεί να κρίνει την πορεία μιας ζωής. Η μαλακή τους άκρη, παραπλανητική, όπως όλες εκείνες οι μπαμπακένιες τάχα μου αποφάσεις που λαμβάνονται για την προστασία του ανθρώπου. Σκληρή και επώδυνη η εφαρμογή τους, βαθύς ο πόνος που προκαλούν, οδυνηρή η διείσδυση στα μαλακά μόρια της αναπνευστικής οδού… «Μας μπαίνει στο ρουθούνι» έλεγαν κάποτε οι άνθρωποι για να δείξουν πόσο επιθετικός κι ενοχλητικός μπορούσε να γίνει κάποιος. Σήμερα απλά ρουθουνίζουν εμβρόντητοι, σαν τα προβατάκια στο παχνί που δεν ξέρουν ποιό, ποιά ή πόσα θα επιλέξει ο «μεγάλος βοσκός» να θυσιάσει…

Στην άκρη και στο περιθώριο της καθημερινότητας, να μένω. Μακριά από αγωνία, αναφιλητά, κοφτές φοβισμένες ανάσες, δάκρυα κι όνειρα που κατρακυλούν, στιγμές που εξανεμίζονται, φτερνίσματα ανησυχητικά, βήχα γοερό κι επίμονο. Δεν αντέχει η καμπυλόγραμμη επιφάνειά μου άλλο πόνο, δε χωράει το προστατευτικό εσωτερικό μου τις τόσες επιθέσεις. Νισάφι πια, κουράστηκα.

Νύχτες και νύχτες, παρατημένη στο κομοδίνο, ξεχασμένη σε τσέπες μπουφάν, τρυπωμένη σε μια άδεια τσάντα ή ένα ντουλαπάκι αυτοκινήτου, ολομόναχη και θλιμμένη, ονειρεύομαι πως δεν έχω αποξενωθεί. Ζωγραφίζω νοερά πάνω μου ένα φωτεινό χαμόγελο, καθαρίζω με του μυαλού τα απολυμαντικά τις λερές επιφάνειες, ενισχύω τα λαστιχάκια που με κρατούν στο σήμερα, τεντώνομαι και μακραίνω μέχρι να πάρω το σχήμα της ζωντανής όψης. Νοσταλγώ φώτα, φωνές, μουσικές, κοφτές από πάθος ανάσες, μάτια που αστραποβολούν από έρωτα κι όχι πυρετό, το βαθύ ήχο της φωνής που πάλλεται από ενθουσιασμό, τα ξεφωνητά των παιδιών που παίζουν ανέμελα, της τάξης το βουητό σα σε μελίσσι, της γιαγιάς τον ακατάληπτο παραμυθένιο λόγο, του παππού τις συμβουλές, της μάνας τα γκρινιαροπαράπονα, των φίλων τα πειράγματα, της δουλειάς τον αναβρασμό, την επικοινωνία, τη ζωή! Τη ζωή που αβίαστα ανάσαινε στις μικρές στιγμέςκάθε ανθρώπου…

Κι ύστερα, η αλήθεια εφορμεί. Με ξαναρίχνει στα πατώματα, στα ρείθρα των δρόμων ή σε σκουπιδοσακκούλες. Ρόδες των αυτοκινήτων αφήνουν τα ίχνη τους στη τσαλακωμένη μου επιφάνεια, άνεμοι του κόσμου με παρασύρουν όπου οι μεταλλάξεις σκίζουν το σάρκινο φλοιό της γης, χώνοντας τους κοφτερούς γομφίους τους…

 

Δε θέλω άλλο πια. Δεν αντέχω να μαι ένα ακόμη προσωπείο πάνω από τα -πολυφορεμένα επί χρόνια- προσωπεία των ανθρώπων. Αρνούμαι να βλέπω μέσα από την τελευταία αναλαμπή ενός ετοιμοθάνατου ολοζώντανη την ελπίδα, κι ύστερα αυτή, σαν κερί να τρεμοσβήνει μέχρι να σβήσει. Να παρατηρώ την αυλαία να κλείνει, να σωριάζονται κάτω οι πρωταγωνιστές πριν καν τελειώσουν οι σκηνές, σε ένα διαρκές δράμα και την υπέρβασή του. Με θλίβει και με πονά ο ρόλος κι η πολυθρύλητη αποστολή μου, όταν πάνω μου ξεσπά ο ύστατος ρόγχος των ψυχών που χάνονται…

Γι αυτό σας λέω…Αφήστε με στο αποστειρωμένο, αποξενωμένο μου σακκουλάκι, να φωλιάζω!