Το κτιριακό συγκρότημα της Φραγκόκλησας στην παραλιακή λεωφόρο της πρωτεύουσας της Σάμου Βαθύ χτίστηκε στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 1900 από Χιώτες μαστόρουςγια να στεγάσει δραστηριότητες καθολικών μοναχών.

Αποτελείται από τον προς Δυσμάς Ιερό Ναό Μεταστάσεως της Θεοτόκου και από το προς Ανατολάς συναπτό διώροφο κτίριο που εξυπηρέτησε μέχρι τα τέλη σχεδόν της δεκαετίας του 1980 τους σκοπούς της Καθολικής Αποστολής στο νησί.

Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρου κάλλους και αρχιτεκτονικής οικοδόμημα που διαφοροποιείται από τα εγγύς και τα άπω της προκυμαίας της πόλης και επιβάλλεται τόσο με την μορφή όσο και κυρίως με το απέριττο άγαλμα  της Παρθένου Μαρίας την λεγόμενη Madonina πουσε στάση ευλογίας και  από ειδική εσοχή κοσμεί την πρόσοψή του.

Για όλα αυτά το κτίριο έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο Μνημείο στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 2000 με ενέργειες της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σάμου.

Οι δράσεις της Καθολικής Αποστολής της Σάμου αφορούσαν την εξυπηρέτηση της ολιγομελούς Κοινωνίας των Καθολικών στο νησί , τα σχέδια και  τους γενικότερους σκοπούς και στόχους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην ευρύτερη περιοχή καθώς και  την αγορά και την άριστη συντήρησημεγάλων ποσοτήτων από τον περίφημο Σαμιακό ανθοσμίαγια την ασφαλή προμήθεια του Βατικανού με εξαιρετικής ποιότητας οίνο για την Θεία Ευχαριστία.

Με τα χρόνια αναπτύχθηκαν γόνιμες σχέσεις μεταξύ της Σαμιακής Κοινωνίας και της Καθολικής Αποστολής καθώς στους χώρους της Φραγκόκλησας αλλά και σε παρακείμενο οίκημα λειτούργησαν οικοτροφείο θηλέων για παιδιά από ολόκληρη την Σάμο και Σχολές Μαθητείας τόσο ξένων γλωσσών όσο και οικοκυρικής χωρίς ιδιαίτερο Ιεραποστολικό ζήλο και προσπάθεια δογματικής  διείσδυσης αλλά με σεβασμό στην Ορθόδοξη πίστη των κατοίκων.

Σήμερα, ιδιοκτησιακά, η Εκκλησία και μέρος  του συναπτού κτιρίου ανήκουν στη Ιερά Αρχιεπισκοπή Σύρου- Τήνου και Μυκόνου και το υπόλοιποστις  οικογένειες Τζουτζάκη  και  Ζεριζιάν.

Μετά την παύση των  Ιεραποστολικών δραστηριοτήτων , περί τα τέλη της δεκαετίας του 70, ο μεν Ναός λειτουργείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από επισκέπτη ιερέα της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Κυκλάδων το δε υπόλοιπο οικοδόμημα έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί ως Γραφεία διαφόρων Επιχειρήσεων και το ισόγειό του ως καφωδείο και τα τελευταία χρόνια ως κατάντημα πώλησης ενδυμάτων από Κινέζους.

Ο φονικός και καταστροφικός σεισμός που έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα στις 30/10/2020 ολόκληρο το νησί και ιδιαίτερα την πόλη  της Σάμου, ευτυχώς, δεν επηρέασε σημαντικά την εκκλησία  της Μετάστασης της Παναγίας προκάλεσε  όμως σοβαρά προβλήματα κυρίως στο διώροφο κτίριο  του συγκροτήματος της Φραγκόκλησας του οποίου ο όροφος παρουσιάζει πανταχόθεν ορατές ετοιμορροπίες στα γείσα, στις επιστέψεις, στις αψίδες και στις γωνίες του.

Οι κίνδυνοι, κυρίως  για τους διερχομένους αλλά και για τα παρακείμενα κτίρια (επιχειρήσεις και σπίτια) είναι μεγάλοι και για τον περιορισμό τους  οΔήμος Ανατολικής Σάμου περιέφραξε ,άμεσα, τον έμπροσθεν  δέοντα χώρο για λόγους ασφαλείας και οι ιδιοκτήτες περιέζωσαν με ειδικές ισχυρές  ταινίες υποστήριξης τους τοίχους του κτιρίου για να μην καταρρεύσουν.

Η εικόνα του πληγωμένου κτιρίου είναι αλγεινή τόσο για τους Σαμιώτες που έχουν συνδέσει την Φραγκόκλησα με την μορφή και την ιστορία του νησιού και της πόλης όσο και για τους ξένους ντόπιους και επισκέπτες πολλοί από τους οποίους είναι Καθολικοί.

Ανεξαρτήτως θρησκεύματος, οι χώροι λατρείας και τα συνοδά τους κτίσματα αποτελούν διαχρονικά σεβαστικά προσκυνήματα  όλων ,ανεξαίρετα, των Λαών της Γης , εχέγγυο της Ανεξιθρησκείας και του Πολιτισμού που η χώρα μας από αρχαιοτάτων χρόνων έχει διδάξει στην Οικουμένη.

Μετά τον σεισμό και μέχρι στιγμής κανείς από τους  ιδιοκτήτες δεν έχει κινήσει διαδικασίες επισκευής ούτε μέσω της ΔΑΕΦΚ ούτε δι’ άλλης οδού.

Είναι πολύ  πιθανόν  να μην είναι ακόμα  έτοιμοι να επενδύσουν σε  ένα κτίριο που δεν τους απέδιδε ιδιαίτερα, λόγω της ιδιομορφίας του, στο παρελθόν  και που  δεν πρόκειται, ενδεχομένως,  να τους ανταποδώσει τα αναμενόμενα  και  στο Μέλλον  .

Ένα τέτοιο κτίσμα  και μάλιστα διατηρητέο είναι δύσκολο, λόγω υψηλού κόστους,  να αποκατασταθεί και ακόμα δυσκολότερο να αποδώσει τις δαπάνες επισκευής του.

Ευχής έργο θα ήταν το Ελληνικό Δημόσιο να έλθει σε επαφή με τους ιδιώτες  ιδιοκτήτες καθώς και  με  την συνιδιοκτήτρια  ομόλογη Ιερά Αρχιεπισκοπή των Καθολικών προκειμένου να διερευνήσει τις δυνατότητες  αγοράς του ή και της, με κάθε πρόσφορο τρόπο ,διάσωσης, αξιοποίησης και ανάδειξής του.

Πιστεύουμε ότι το εμβληματικό  αυτό κτίσμα που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας της πόλης της Σάμου και αναδεικνύει την πολυπολιτισμικότητα του νησιού πρέπει να διασωθεί, να αξιοποιηθεί και να αναδειχθεί ως Διαπολιτισμικό- Διαθρησκευτικό  Κέντρο και σε κάθε περίπτωση  ως Δημόσιος Χώρος που την  οποιαδήποτε χρήση του θα συναποφασίσουν η Ελληνική Πολιτεία , η Αυτοδιοίκηση και οι Φορείς του τόπου.

 

Το υπουργείο Πολιτισμού , το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, το Υπουργείο Τουρισμού,  το Υπουργείο Εξωτερικών έχουν υποχρέωση να μελετήσουν και να βρουν τους τρόπους διάσωσης, αξιοποίησης και ανάδειξης ,κατά τον προσφορότερο τρόπο, της Φραγκόκλησας πριν καταρρεύσει.

Η σεισμόπληκτη πόλη και η Κοινωνία  της Σάμου δεν θα  αντέξουν να ξαναζήσουν την ντροπή του ΞΕΝΙΑ που χτίστηκε την δεκαετία του 50 στα ερείπια του μεγαλόπρεπου Ηγεμονικού Μεγάρου που κατέστρεψαν οι Γερμανοί στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και αφέθηκε, ύστερα από χρόνια, να καταντήσει ερείπιο και πολύχρονη προσβολή μέσα στην καρδιά της παραλιακής Λεωφόρου Θεμιστοκλή Σοφούλη.

Η πολύπαθη Σάμος αξίζει επιτέλους μια καλλίτερη τύχη.

Μανώλης Νικ. Κάρλας

Περιφερειακός Σύμβουλος