Με όποιο φιλοσοφικό υπόβαθρο κι αν επιχειρήσει κανείς να προσεγγίσει τα ιστορικά δεδομένα, είναι δύσκολο να μη διακρίνει πίσω από τα γεγονότα τον κομβικό ρόλο που, υπό συγκεκριμένες συνθήκες και σε συγκεκριμένες στιγμές, παίζουν τα πρόσωπα στη διαμόρφωση του ιστορικού γίγνεσθαι.

 

Εκατόν πέντε χρόνια συμπληρώνονται εφέτος από την πιο λαμπρή στιγμή στη σύγχρονη ιστορία της Σάμου: την ανακήρυξη της Ένωσης του νησιού με την Ελλάδα.

Κεντρική μορφή εκείνου του επίμονου και επίπονου αγώνα, υπήρξε ο Θεμιστοκλής Σοφούλης.

Και, είτε επιλέξει κανείς να δει τον Σοφούλη ως ενσαρκωτή μιας τάσης της εποχής του, είτε επιλέξει να τον δει ως εμπνευστή και καλλιεργητή αυτής της τάσης, το βέβαιο είναι ότι υποχρεωτικά θα σταθεί με άκρατο θαυμασμό και απέραντο σεβασμό απέναντι στην κρισιμότητα και τη σημασία του προσωπικού ρόλου του σ’ εκείνην την αγωνιώδη προσπάθεια της ενσωμάτωσης στη μητέρα πατρίδα.

 

Ο Σοφούλης αποτελεί ένα από τα πλέον εξέχοντα και ξεκάθαρα ιστορικά υποδείγματα εμπνευσμένου, μεγάθυμου, εύστροφου και διορατικού ηγέτη και, βέβαια, γνήσιου, ένθερμου πατριώτη με την πιο υψηλή έννοια που μπορεί να δοθεί σ’ αυτήν την, ταλαιπωρημένη και παρεξηγημένη στις μέρες μας ιδιότητα.

 

Το δίδαγμα από το βίο και τις πράξεις του Θεμιστοκλή Σοφούλη αντηχεί έως σήμερα και πάντοτε θα αντηχεί, ως ένα μήνυμα μεγαλειώδους σημασίας για τη χώρα μας που, σταυροδρόμι ηπείρων και πολιτισμών, με μείζονα γεωστρατηγική και γεωπολιτική σημασία καθώς είναι, μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς απέναντι σε μεγάλες προκλήσεις.

Το μήνυμα αυτό είναι η ανάγκη για ουσιαστική, ειλικρινή και άδολη εθνική ενότητα.
Η ανάγκη για συσπείρωση, σύμπνοια και συλλογική προσπάθεια.
Η ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι η ευλογημένη Ελλάδα είναι συγχρόνως και επιφορτισμένη από την Ιστορία μ’ ένα βαρύ φορτίο: να κρατά αναμμένη τη λαμπάδα του πολιτισμού, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και των ανθρώπινων αξιών, όσοι άνεμοι κι αν φυσούν μανιασμένα για να τη σβήσουν, απ’ όποια κατεύθυνση κι αν έρχονται.

Και ότι, για να σταθούμε όρθιοι και άξιοι απέναντι σ’ αυτή τη μεγάλη ευθύνη, πρέπει πρώτα να στεκόμαστε δίπλα ο ένας στον άλλον, πέρα από προσωπικές επιδιώξεις, πέρα από μικροπολιτικές, πέρα από στενά συμφέροντα και κοντόφθαλμες λογικές.

 

Ο Σοφούλης υπήρξε το φωτεινό παράδειγμα μιας τέτοιας πολιτικής νοοτροπίας, αλλά και πρακτικής. Πολιτικός ταγμένος απόλυτα στις αξίες της δημοκρατίας, παροιμιωδώς μετριοπαθής και ενσυνείδητα ενωτικός, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης επεδίωξε σε όλη του τη ζωή την πολιτική σύγκλιση και την εθνική ενότητα.

Όχι στα λόγια, αλλά με ειλικρινείς και έντονες προσπάθειες, αγωνίστηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Και ο αγώνας του αυτός υπήρξε το ίδιο σημαντικός με τον αγώνα του για την Ένωση της Σάμου με την Ελλάδα.

 

Στα 105 χρόνια που μεσολάβησαν από την ημερομηνία-ορόσημο της πολιτικής σταδιοδρομίας του Σοφούλη και της ιστορίας της Σάμου, δυστυχώς, το παράδειγμά του δεν ακολουθήθηκε πιστά, ούτε απ’ όλους.
Οι διχόνοιες, οι αντιπαραθέσεις, οι διαφωνίες και τα «εγώ» μπήκαν πολλές φορές πάνω από το κοινό καλό και το συμφέρον των πολλών και η Ελλάδα δοκιμάστηκε σκληρά.

 

Και τώρα δοκιμάζεται. Και πολύ περισσότερο η αγαπημένη μας Σάμος, που βρίσκεται στο επίκεντρο όχι μόνον μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, πολύ σκληρής για όσους ζουν σε ακριτικά νησιά, με αυξημένο κόστος διαβίωσης και με την κοινωνική συνοχή να προσβάλλεται καθημερινά.

Αλλά, δυστυχώς, στο επίκεντρο και της προσφυγικής/μεταναστευτικής κρίσης: ενός προβλήματος με παγκόσμιες διαστάσεις που, για τη χώρα μας είναι πολύ πιο σημαντικές, διότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του.
Μόνο στην πόλη της Σάμου, των 6.000 κατοίκων, διαβιούν σήμερα υπό κακές συνθήκες πάνω από 2.000 κατατρεγμένοι άνθρωποι, εγκλωβισμένοι στο νησί μας χωρίς τη θέλησή τους και χωρίς δική μας ευθύνη. Τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου, που «φυλάσσουν Θερμοπύλες» στενάζουν υπό το βάρος αυτής της κατάστασης ,με  συνέπειες που επιβαρύνουν σημαντικά και τον τουρισμό, τη βασική πηγή εσόδων και των κατοίκων της Σάμου.

Έχει σαφώς και πολιτική χροιά η γιγάντωση και η διαιώνιση αυτού του προβλήματος. Μια διάσταση που εντάσσεται σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο που περιλαμβάνει όχι μόνο οικονομική κρίση, αλλά και κρίση αξιών και προτύπων, πλαίσιο σύγχυσης και έλλειψης προσανατολισμού.

 

Δυστυχώς, με άλλα λόγια, το 1912 μοιάζει σε πολλά με το 2017 για τη χώρα μας και, κατ’ επέκτασιν και για την αγαπημένη μας Σάμο. Και το ερώτημα προβάλει, έτσι, ως απόλυτα επίκαιρο: υπάρχουν σήμερα «Σοφούληδες»; Υπάρχουν πρόσωπα που θα εμπνεύσουν με την πολιτική δράση τους την εθνική ενότητα, τη σύμπνοια, τη συμφιλίωση, τη φιλοπατρία με την υψηλή και όχι την ταπεινή, λαϊκιστική και μισαλλόδοξη έννοιά της;

 

Όπως και 105 χρόνια πριν, έτσι και σήμερα, αυτά απαιτούνται για να βγούμε αλώβητοι από αυτή τη δύσκολη συγκυρία. Αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε κοινή προσπάθεια, πέρα από προσωπικές ιδιοτέλειες, πολιτικές σκοπιμότητες και κομματικά συμφέροντα. Μόνον όποτε στάθηκε έτσι απέναντι στις προκλήσεις, ενωμένη, τα κατάφερε η Ελλάδα. Όποτε επικράτησε η διχόνοια και η μικροπολιτική, τα αποτελέσματα ήταν οδυνηρά.

 

Πάνω απ’ όλα, αυτό το δίδαγμα μας άφησε παρακαταθήκη ο Σοφούλης: ότι χρειάζεται όραμα, πείσμα, θέληση, αλλά κυρίως συλλογική προσπάθεια και πίστη σ’ έναν κοινό αγώνα για επιτευχθεί ο σκοπός.

Δεν αρκεί όμως, μόνον να ελπίζουμε ότι αυτό το δίδαγμα παραμένει ζωντανό.
Ενεργά, μεθοδικά και με αίσθηση καθήκοντος αντάξιο των «Σοφούληδων» της ιστορίας μας, οφείλουμε και να παλέψουμε γι’ αυτό.